Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.285.306 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκτελώ

0,02 sec.
εκτελώ execute, perform, discharge, carry out ekzekuti exécuter, mener нести, совершить, исполнять, осуществлять يُنَفِذ popravit, splnit henrette, udføre durchführen, hinrichten cumplir, ejecutar teloittaa, toteuttaa izvršiti, provesti eseguire, giustiziare 処刑する, 実行する 실행하다 uitvoeren henrette, utføre wykonać executar utföra, verkställa ดำเนินการ, ทำให้สำเร็จ idam etmek, uygulamak hành hình, thực hiện 执行
ρ μετβ εκτελώ [ekte'lo]
1 ικανοποιώ recouvrirsatisfaire
εκτελώ διαταγές exécuter des ordres
2 αναλαμβάνω prendre
εκτελώ χρέη γραμματέα exécuter son travail de secrétaire
3 πραγματοποιώ matérialiserréaliser
εκτελώ ένα έργο accomplir une œuvre
4 ερμηνεύω σύνθεση exécuter
εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι στο πιάνο exécuter un morceau musical au piano
5 θανατώνω καταδικασμένο exécuter
εκτελώ κατάδικο exécuter un condamné
ρ μεσοπαθ εκτελούμαι [ekte'lume]
θανατώνομαι être exécuté/-ée


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.