| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.856.806 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκτρέπω |
0,02 sec. |
|
εκτρέπω fordirekti détourner, changer deflect, switch يَقطِّع أويُشَغِل التيار بمفتاح كهربائي změnit skifte wechseln cambiar vaihtaa naglo promijeniti cambiare 変える 교환하다 verwisselen skifte przełączyć trocar переключать byta เปลี่ยน elektrik düğmesini çevirmek chuyển 切换 ρ μετβ εκτρέπω [ek'trepo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|