| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.105.948 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκτροχιασμός |
0,84 sec. |
|
εκτροχιασμός derailment déraillement ουσ α εκτροχιασμός [ektroçia'zmos] (για τρένο) η έξοδος από τις ράγες déraillement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|