| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.218.431 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκτύπωση |
0,01 sec. |
|
|
εκτύπωση printing, printout presado impression, copie مطبوعات výtisk udskrift Ausdruck documento impreso tuloste ispis stampa ハードコピー 인쇄물 afdruk utskrift wydruk cópia impressa вывод (данных) на печатающее устройство utskrift ข้อมูลที่พิมพ์ออกจากเครื่องคอมพิวเตอร์ çıktı bản in 打印输出
ουσ θ εκτύπωση [e'ktiposi] τυπογραφική αναπαραγωγή impression; tirage κακή εκτύπωση une impression de mauvaise qualité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|