Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.237.489 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκ μέρους

0,01 sec.
εκ μέρους نيابة عن
εκ μέρους jménem
εκ μέρους på vegne af
εκ μέρους im Auftrag von
εκ μέρους on behalf of
εκ μέρους de parte de
εκ μέρους jonkun puolesta
εκ μέρους au nom de
εκ μέρους u ime
εκ μέρους per conto di
εκ μέρους 代理
εκ μέρους 대신
εκ μέρους namens
εκ μέρους på vegne av
εκ μέρους w imieniu
εκ μέρους em nome de
εκ μέρους от имени
εκ μέρους på uppdrag av
εκ μέρους ในนามของ
εκ μέρους adına
εκ μέρους thay mặt
εκ μέρους 代表


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.