Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.299.794 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φύση
(προωθήθηκε από εκ φύσεως)

0,02 sec.
φύση natuur природа natura natur Natur nature, wildlife naturo naturaleza loodus luonne, luonto nature natura ilmu natura 自然 자연 natura gamta natuur natur natura natureza природа narava Природне]] natur 自然 طبيعة příroda priroda ธรรมชาติ doğa tự nhiên
ουσ θ φύση ['fisi]
1 ο φυσικός κόσμος που μας περιβάλλει nature
τα στοιχεία της φύσης les éléments de la nature
2 η εξοχή naturecampagne
Ζούμε στη φύση. Nous vivons dans la nature.
3 τα φυσικά χαρακτηριστικά κάποιου naturel; caractère
Είναι στη φύση του. C'est son naturel.
νεκρή φύση
ζωγραφική στοιχείων της φύσης nature morte
εκ φύσεως
από τη γέννησή του de nature
Είναι εκ φύσεως ντροπαλός. Il est timide de nature.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.