| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.238.180 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ελάττωση |
0,04 sec. |
|
|
ελάττωση abatement, reduction تقليل snižování reduktion Reduzierung reducción vähentäminen réduction redukcija riduzione 減少 축소 reductie reduksjon redukcja redução сокращение minskning การทำให้ลดลง indirim sự giảm 减少 намаляване
ουσ θ ελάττωση [e'latosi] μείωση limite η ελάττωση της παραγωγής la diminution de la production Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|