| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.446.292 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελαιόλαδο |
0,03 sec. |
|
ελαιόλαδο olive oil huile, huile d’olive aceite de oliva زيت الزيتون olivový olej olivenolie Olivenöl oliiviöljy maslinovo ulje olio di oliva オリーブ油 올리브 기름 olijfolie olivenolje oliwa z oliwek azeite, azeite de oliva оливковое масло olivolja น้ำมันมะกอก zeytin yağı dầu ôliu 橄榄油 ουσ ουδ ελαιόλαδο [ele'olaðo] λάδι ελιάς l'huile d'olive Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|