| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.828.434 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελαστικότητα |
0,01 sec. |
|
ελαστικότητα elasticity, resilience ουσ θ ελαστικότητα [elasti'kotita] 1 ευκολία παραμόρφωσης σώματος élasticité 2 η ευκολία στο σώμα élasticitésouplesse 3 ευελιξία souplesseflexibilité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|