| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.989.195 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελαττωματικός |
0,01 sec. |
|
ελαττωματικός defective, faulty επίθ α / θ / ουδ ελαττωματικός, ελαττωματική, ελαττωματικό [elatomati'kos, elatomati'ci, elatomati'ko] που δε λειτουργεί σωστά défectueux/-euse Η τηλεόραση είναι ελαττωμματική. La télévision est défectueuse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|