| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.074.508 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ελαττωματικός |
0,01 sec. |
|
|
ελαττωματικός defective, faulty defectuoso Defekt عيب défectueux defeituoso дефектен Vadný defekt viallinen 결함
επίθ α / θ / ουδ ελαττωματικός, ελαττωματική, ελαττωματικό [elatomati'kos, elatomati'ci, elatomati'ko] που δε λειτουργεί σωστά défectueux/-euse Η τηλεόραση είναι ελαττωμματική. La télévision est défectueuse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|