Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.075.639 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ελαττώνω

0,03 sec.
ελαττώνω reduce, decrease, lessen, cut down diminuer, réduire يُخَفِض, يَقطِّع شجرة pokácet, snížit reducere, skære ned fällen, reduzieren recortar, reducir kaataa, vähentää posjeći, smanjiti ridurre 伐り倒す, 減らす 삭감하다, 축소하다 minderen, verminderen hugge ned, redusere ściąć, zmniejszyć reduzir сокращать, сразить fälla, minska โค่นต้นไม้, ทำให้ลดลง azaltmak, kesmek giảm, giảm bớt 减少, 削减
ρ μετβ ελαττώνω [ela'tono]
1 μειώνω baisser
ελαττώνω τη διάρκεια diminuer la durée
ελαττώνω τον ηχοτην ένταση baisser le son
ελαττώνω ταχύτητα ralentir
2 περιορίζω rendre concis
ελαττώνω τα έξοδα diminuer les frais
ελαττώνω το αλάτι réduire le sel


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.