| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.075.639 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ελαττώνω |
0,03 sec. |
|
|
ελαττώνω reduce, decrease, lessen, cut down diminuer, réduire يُخَفِض, يَقطِّع شجرة pokácet, snížit reducere, skære ned fällen, reduzieren recortar, reducir kaataa, vähentää posjeći, smanjiti ridurre 伐り倒す, 減らす 삭감하다, 축소하다 minderen, verminderen hugge ned, redusere ściąć, zmniejszyć reduzir сокращать, сразить fälla, minska โค่นต้นไม้, ทำให้ลดลง azaltmak, kesmek giảm, giảm bớt 减少, 削减
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|