| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.077.567 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ελαφρά |
0,03 sec. |
|
|
ελαφρά بدرجة طفيفة nepatrně lidt leicht slightly levemente, ligeramente hieman légèrement malo leggermente わずかに 약간 enigszins svakt nieznacznie levemente, ligeiramente незначительно lätt อย่างเล็กน้อย azıcık nhỏ 些微地, 略 略 מעט ελαφρύς
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|