| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.672.774 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελαφρ |
0,02 sec. |
|
ελαφρ επίθ α / θ / ουδ ελαφρ, ελαφριά, ελαφρ [ela'fris-os, elafri'a, ela'fri-o] 4 όχι πολύ σοβαρό léger ελαφρύ τραγούδιθέαμα une chanson légère/un spectacle léger επίρρ ελαφρά [ela'fra] 1 χωρίς ένταση ή θόρυβο légèrementdoucement αγγίζω ελαφρά toucher légèrement 2 σε μικρό βαθμό (un) peu είμαι ελαφρά άρρωστος être légèrement malade Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|