| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.679.630 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελεεινός |
0,01 sec. |
|
ελεεινός miserable, wretched επίθ α / θ / ουδ ελεεινός, ελεεινή, ελεεινό [elei'nos, elei'ni, elei'no] άθλιος pitoyabledéplorable ελεεινές συνθήκες ζωής des conditions de vie pitoyables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|