| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.729.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ελευθερώνω |
0,02 sec. |
|
ελευθερώνω free, liberate, clear libérer يُحَرِر osvobodit befri befreien soltar vapauttaa osloboditi liberare ・・・を自由にする 자유롭게 해주다 vrijmaken frigjøre uwolnić libertar освобождать frita ทำให้อิสระ özgürlüğüne kavuşturmak thả tự do 释放 ρ μετβ ελευθερώνω [elefθe'rono] βγάζω κπ από κλειστό χώρο relâcherlibérer ελευθερώνω ένα φυλακισμένο relâcher un prisonnier ρ μεσοπαθ ελευθερώνομαι [elefθe'ronome] 1 απομακρύνω έναν κατακτητή se libérer ελευθερώνομαι από τον εχθρό se libérer de l'ennemi 2 απαλλάσσομαι jeter ελευθερώνομαι από προκαταλήψεις se débarrasser des préjugés Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|