| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.097.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ελιά |
0,03 sec. |
|
|
ελιά Olive, Ölbaum, Olivenbaum mole, olive, olive tree aceituna, lunar, olivo luomi, oliivi, oliivipuu, öljypuu olive, olivier זית olajbogyó olífa oliva, olivo ほくろ, オリーブ olijf, olijfboom azeitona, oliveira, pinta, sinal măslină маслина, родинка, олива, оливковое дерево zeytin, zeytin ağacı زيتون, شجرة الزيتون oliva, olivovník oliven, oliventræ drvo masline, maslina 올리브, 올리브 나무 oliven, oliventre drzewo oliwne, oliwa oliv, olivträd ต้นมะกอก, มะกอก cây ôliu, quả ôliu 橄榄, 橄榄树
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|