| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.567.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμβολιάζω |
0,02 sec. |
|
εμβολιάζω inoculate, vaccinate يُلَقِح očkovat vaccinere impfen vacunar rokottaa vacciner cijepiti vaccinare 予防接種をする 예방접종을 하다 vaccineren vaksinere zaszczepić vacinar делать прививку vaccinera ฉีดวัคซีน aşılamak tiêm chủng 预防接种 ρ μετβ εμβολιάζω [emvoli'azo] κάνω εμβόλιο σε κπ vacciner ρ μεσοπαθ εμβολιάζομαι [emvoli'azome] être vacciné Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|