| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.096.493 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμμένω |
0,03 sec. |
|
εμμένω يُثَابِِر εμμένω vytrvat εμμένω holde ud εμμένω durchhalten εμμένω perseverar εμμένω jatkaa sinnikkäästi εμμένω persévérer εμμένω istrajati εμμένω perseverare εμμένω 辛抱する εμμένω 버티어 해내다 εμμένω volhouden εμμένω holde ut εμμένω nie ustać εμμένω perseverar εμμένω упорно продолжать εμμένω hålla ut εμμένω ยืนหยัดถึงที่สุด εμμένω azmetmek εμμένω kiên trì εμμένω 坚持 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|