| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.433.990 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμπιστευτικός |
0,01 sec. |
|
εμπιστευτικός confidential, trusting confidentiel, confiant سِري, مؤتمن důvěřivý, důvěrný fortrolig, tillidsfuld vertrauensvoll, vertraulich confiado, confidencial luottamuksellinen, luottavainen koji se uzda, povjerljiv fiducioso, riservato 信じている, 内密の 기밀의, 신뢰하는 vertrouwelijk, vertrouwend fortrolig, tillitsfull poufny, ufny confiante, confidencial доверчивый, конфиденциальный godtrogen, konfidentiell ที่เป็นความลับ, ที่ไว้วางใจ gizli, güvenen bí mật, hay tin người 信任的, 机密的 επίθ α / θ / ουδ εμπιστευτικός, εμπιστευτική, εμπιστευτικό [embistefti'kos, embistefti'ci, embistefti'ko] απόρρητος, μυστικός confidentiel/-ielle εμπιστευτικό μήνυμα un message confidentiel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|