| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.589.060 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμπιστεύομαι |
0,02 sec. |
|
εμπιστεύομαι entrust, trust avoir confiance, confier, faire confiance, se confier يَثِق ب důvěřovat stole på vertrauen confiar luottaa vjerovati fidarsi 信頼する 신뢰하다 vertrouwen stole på zaufać confiar доверять lita på ไว้วางใจ güvenmek tin 信赖 ρ μεσοπαθ εμπιστεύομαι [embi'stevome] 1 είμαι σίγουρος για κπ faire confiance εμπιστεύομαι κπτη γνώμη κάποιου faire confiance à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|