| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.124.721 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εμπιστεύομαι |
0,01 sec. |
|
|
εμπιστεύομαι entrust, trust avoir confiance, confier, faire confiance, se confier يَثِق ب důvěřovat stole på vertrauen confiar, confianza luottaa vjerovati fidarsi 信頼する 신뢰하다 vertrouwen stole på zaufać confiar, confiança доверять lita på ไว้วางใจ güvenmek tin 信赖, 信任 信任 אמון
ρ μεσοπαθ εμπιστεύομαι [embi'stevome] 1 είμαι σίγουρος για κπ faire confiance εμπιστεύομαι κπτη γνώμη κάποιου faire confiance à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|