Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.967.448 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εμπιστοσύνη

0,01 sec.
εμπιστοσύνη confidence, trust ائتمان, ثقة důvěra tillid, tiltro Vertrauen confianza luottamus confiance povjerenje fiducia 信頼 신뢰 vertrouwen tillit zaufanie confiança доверие förtroende ความเชื่อใจ, ความไว้เนื้อเชื่อใจ güven lòng tin, sự tin tưởng 信任, 信赖
ουσ θ εμπιστοσύνη [embisto'sini]
πίστη στην καλή πρόθεση ή ικανότητα κάποιου confiance
σχέση εμπιστοσύνης une relation de confiance
δείχνω εμπιστοσύνη σε κπ montrer sa confiance en qqn
Του έχω εμπιστοσύνη. J'ai confiance en lui.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.