| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.884.562 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμπορικός |
0,01 sec. |
|
εμπορικός komerca commercial commercial επίθ α / θ / ουδ εμπορικός, εμπορική, εμπορικό [embori'kos, embori'ci, embori'ko] 1 σχετικός με το εμπόριο commercial/-iale έχω εμπορικό πνεύμα avoir un esprit commercial εμπορικές συναλλαγές des échanges commerciaux 2 σχετικός με καταστήματα commercial εμπορικό κέντρο un centre commercial 3 για το πλατύ κοινό commercialgrand public Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|