| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.146.970 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εμπόρευμα |
0,03 sec. |
|
|
εμπόρευμα merchandise, commodity varo marchandise merci товары goederen السلع стоки 商品 waren 商品 zboží varer סחורות 상품 varor สินค้า
ουσ ουδ εμπόρευμα [e'mborevma] προϊόντα για πούλημα marchandise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|