| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.147.674 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εμπόριο |
0,01 sec. |
|
|
εμπόριο commerce, trade komerco commerce comércio تجارة obchod handel Handel comercio kaupankäynti trgovina commercio 商売 장사 handel handel handel торговля handel การค้าขาย ticaret thương mại 贸易 貿易
ουσ ουδ εμπόριο [e'mborio] η αγορά και η πώληση εμπορεύματος commerce χονδρικό εμπόριο un commerce de gros Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|