| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.422.915 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εμφάνιση |
0,01 sec. |
|
εμφάνιση appearance, look apparence, aspect مظهر vzhled udseende Erscheinen apariencia ilmestyminen pojava comparsa 出現 출현 verschijning tilsynekomst pojawienie się aparência появление uppträdande การปรากฏตัว görünüş sự xuất hiện 出现 ουσ θ εμφάνιση [em'fanisi] 1 ο ερχομός κάποιου apparition απρόβλεπτη εμφάνιση une apparition imprévue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|