| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.006.761 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενέργεια |
0,01 sec. |
|
ενέργεια action, agissement, energy, act, power, proceeding energio énergie طاقة energie energi Energie energía energia energija energia 元気 에너지 energie energi energia energia энергия energi พลังงาน enerji năng lượng 精力 ουσ θ ενέργεια [e'nerʝia] 2 η επιρροή influence βάζω σε ενέργεια κάνω κτ να λειτουργήσει mettre en œuvre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|