Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.006.761 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ενέργεια

0,01 sec.
ενέργεια action, agissement, energy, act, power, proceeding energio énergie طاقة energie energi Energie energía energia energija energia 元気 에너지 energie energi energia energia энергия energi พลังงาน enerji năng lượng 精力
ουσ θ ενέργεια [e'nerʝia]
1 δύναμη ή μετάδοση κίνησης και λειτουργίας énergie
ηλιακή ενέργεια l'énergie solaire
2 η επιρροή influence
ασκώ θετικήαρνητική ενέργεια πάνω σε κπ ή κτ exercer une influence positive/négative sur qqn
3 πράξη, κίνηση action
μία αποτελεσματική ενέργεια une action efficace
βάζω σε ενέργεια
κάνω κτ να λειτουργήσει mettre en œuvre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.