| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.394.009 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενήμερος |
0,01 sec. |
|
ενήμερος informé, à jour abreast, up-to-date مُحَدَث moderní moderne aktuell actualizado ajanmukainen ažuriran aggiornato 最新の 최신의 up-to-date moderne aktualny actualizado, atualizado новейший aktuell ทันสมัย güncel hiện đại 最近的 επίθ α / θ / ουδ ενήμερος, ενήμερη, ενήμερο [e'nimeros, e'nimeri, e'nimero] είμαι ενήμερος έχω κτ υπόψη μου être au courantκρατάω κπ ενήμερο πληροφορώ κπ mettre qqn au courantinformer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|