| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.454.671 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενίσχυση |
0,02 sec. |
|
ενίσχυση amplification, reinforcement amplification ουσ θ ενίσχυση [e'nisçisi] 1 η πρόσθεση δύναμης, σταθερότητας renforcement ενίσχυση των θεμελίων le renforcement des fondations Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|