| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.161.686 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενίσχυση |
0,03 sec. |
|
|
ενίσχυση amplification, reinforcement amplification pomoc aiuto помощь ayuda ajuda 援助 помощ 援助 Podpora støtte tuki 援助 원조 stöd
ουσ θ ενίσχυση [e'nisçisi] 1 η πρόσθεση δύναμης, σταθερότητας renforcement ενίσχυση των θεμελίων le renforcement des fondations Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|