| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.746.799 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εναγόμενος |
0,02 sec. |
|
εναγόμενος defendant εναγόμενος مُدَعَى عليه εναγόμενος obžalovaný εναγόμενος tiltalte εναγόμενος Angeklagter εναγόμενος demandado εναγόμενος vastaaja εναγόμενος accusé εναγόμενος branjenik εναγόμενος imputato εναγόμενος 被告人 εναγόμενος 피고 εναγόμενος gedaagde εναγόμενος tiltalte εναγόμενος oskarżony εναγόμενος réu εναγόμενος обвиняемый εναγόμενος svarande εναγόμενος จำเลย εναγόμενος davalı εναγόμενος bị đơn εναγόμενος 被告 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|