| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.165.245 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εναλλακτικός |
0,01 sec. |
|
|
εναλλακτικός variant, alternative بَدِيل druhý možný alternativ alternativ alternativo vaihtoehtoinen alternatif alternativan alternativo 代わりの 양자 택일인 alternatief alternativ alternatywny alternativo альтернативный alternativ ที่มีตัวเลือก alternatif có thể lựa chọn 二中择一的
επίθ α / θ / ουδ εναλλακτικός, εναλλακτική, εναλλακτικό [enalakti'kos, enalakti'ci, enalakti'ko] 1 που μπορει να αντικαταστήσει κπ ή κτ alternatif/-ive εναλλακτική λύση une solution alternative 2 μη παραδοσιακός alternatif εναλλακτικός τρόπος ζωής un mode de vie alternatif εναλλακτική ιατρική une médecine alternative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|