| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.185.029 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενδεχόμενος |
0,01 sec. |
|
|
ενδεχόμενος eventuala éventuel, possible potential, possible ممكن možný mulig möglich posible, potencial mahdollinen moguć possibile 可能な 가능한 mogelijk mulig możliwy possível, potencial возможный möjlig ซึ่งเป็นไปได้ olası có thể 可能的, 潜力 потенциал 潛力
επίθ θ / ουδ ενδεχόμενος, ενδεχόμενη, ενδεχόμενο [enðe'xomenos, enðe'xomeni, enðe'xomeno] επίρρ ενδεχομένως [enðexo'menos] πιθανόν paraît-ilvraisemblablement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|