| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.353.838 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενδεχόμενος |
0,03 sec. |
|
ενδεχόμενος eventuala éventuel, possible potential, possible ممكن možný mulig möglich posible mahdollinen moguć possibile 可能な 가능한 mogelijk mulig możliwy possível возможный möjlig ซึ่งเป็นไปได้ olası có thể 可能的 επίθ θ / ουδ ενδεχόμενος, ενδεχόμενη, ενδεχόμενο [enðe'xomenos, enðe'xomeni, enðe'xomeno] επίρρ ενδεχομένως [enðexo'menos] πιθανόν paraît-ilvraisemblablement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|