Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.259.754 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ενδιάμεσος σταθμός

0,04 sec.
ενδιάμεσος σταθμός توقف في رحلة
ενδιάμεσος σταθμός přerušení cesty
ενδιάμεσος σταθμός kortvarigt ophold
ενδιάμεσος σταθμός Zwischenstation
ενδιάμεσος σταθμός stopover
ενδιάμεσος σταθμός estancia
ενδιάμεσος σταθμός pysähdys
ενδιάμεσος σταθμός escale
ενδιάμεσος σταθμός kratko zadržavanje
ενδιάμεσος σταθμός sosta
ενδιάμεσος σταθμός 立ち寄ること
ενδιάμεσος σταθμός 도중 하차
ενδιάμεσος σταθμός reisonderbreking
ενδιάμεσος σταθμός opphold
ενδιάμεσος σταθμός przerwa w podróży
ενδιάμεσος σταθμός escala
ενδιάμεσος σταθμός остановка в пути
ενδιάμεσος σταθμός mellanlandning
ενδιάμεσος σταθμός การหยุดพักระหว่างทาง
ενδιάμεσος σταθμός konaklama
ενδιάμεσος σταθμός sự nghỉ giữa chuyến đi
ενδιάμεσος σταθμός 中途停留


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.