| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.861.630 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενδιαφέρω |
0,02 sec. |
|
ενδιαφέρω interest intéresser يُثير اهتمام zajímat (se) interessere interessieren interesar kiinnostaa zanimati interessare 興味を起こさせる 흥미를 갖게 하다 interesseren interessere zainteresować interessar интересовать intressera สนใจ ilgilenmek gây sự chú ý 引发兴趣 ρ μετβ ενδιαφέρω [enðja'fero] τραβάω την προσοχή κάποιου attirer l'attention de qqn Μ' ενδιαφέρει. Ça m'intéresse. ρ μεσοπαθ ενδιαφέρομαι [enðja'ferome] se soucier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|