| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.328.653 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενδοιασμός |
0,02 sec. |
|
ενδοιασμός hesitation, scruple hésitation, indécision, scrupule ουσ α ενδοιασμός [enðia'zmos] δισταγμός réserve; précaution Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό. Je n'ai aucune hésitation. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|