Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.294.494 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ενεργητικός

0,02 sec.
ενεργητικός active, energetic actif, énergique ملئ بالطاقة vitální energisk energiegeladen energético energinen energetičan energico 精力的な 정력적인 energiek energisk energiczny energético энергичный energisk กระตือรือร้น enerji dolu đầy nhiệt huyết 精力充沛的
επίθ α / θ / ουδ ενεργητικός, ενεργητική, ενεργητικό [enerʝiti'kos, enerʝiti'ci, enerʝiti'ko] δυναμικός και δραστήριος actif/-iveénergique
ενεργητική γυναίκα une femme active
ουσ ουδ ενεργητικό αυτά που έχει κάνει κν actif
Έχει πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της. Elle a de nombreux succès à son actif.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.