| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.198.213 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενεργητικός |
0,02 sec. |
|
|
ενεργητικός active, energetic actif, énergique ملئ بالطاقة vitální energisk energiegeladen energético energinen energetičan energico 精力的な 정력적인 energiek energisk energiczny energético энергичный energisk กระตือรือร้น enerji dolu đầy nhiệt huyết 精力充沛的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|