| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.199.838 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενεργός |
0,01 sec. |
|
|
ενεργός active actif نشط Aktywne activo Активни Aktivní Aktiivinen פעיל アクティブ Aktiva
επίθ α / θ / ουδ ενεργός, ενεργή, ενεργό [ener'ɣos, ener'ʝi, ener'ɣo] 2 που λειτουργεί en activité ενεργό ηφαίστειο un volcan en activité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|