| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.202.589 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενηλικιώνομαι |
0,02 sec. |
|
|
ενηλικιώνομαι
ρ μεσοπαθ ενηλικιώνομαι [enilici'onome] γίνομαι δεκαοκτώ χρονών atteindre la majoritédevenir majeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|