| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.892.086 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενημερωμένος |
0,02 sec. |
|
ενημερωμένος مدرك vědomý klar over gewahr aware consciente tietoinen conscient svjestan consapevole 気がついて ...을 알고 있는 zich bewust oppmerksom świadomy ciente осведомленный medveten ตระหนักรู้ farkında nhận thức được 知道的 επίθ α / θ / ουδ ενημερωμένος, ενημερωμένη, ενημερωμένο [enimero'menos, enimero'meni, enimero'meno] πληροφορημένος informé/-éeau courant Οι γονείς σου είναι ενημερωμένοι; Tes parents sont au courant ? Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|