| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.030.849 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενημερώνω |
0,01 sec. |
|
ενημερώνω inform, update actualiser, informer, mettre à jour يَجعَله عصريا aktualizace opdatere aktualisieren actualizar päivittää modernizirati aggiornare 更新する 갱신하다 bijwerken oppdatere uaktualnić actualizar, atualizar обновлять uppdatera ทำให้ทันสมัย güncellemek cập nhật 更新 ρ μετβ ενημερώνω [enime'rono] πληροφορώ κπ για κτ mettre au courantinformer ενημερώνω τους συναδέλφους μου mettre au courant ses collègues ρ μεσοπαθ ενημερώνομαι [enime'ronome] se mettre au courant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|