| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.581.649 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενθάρρυνση |
0,02 sec. |
|
ενθάρρυνση encouragement, encouraging encouragement تشجيع povzbuzení opmuntring Ermutigung ánimo rohkaisu ohrabrenje incoraggiamento 奨励 격려 aanmoediging oppmuntring zachęta encorajamento ободрение uppmuntran การให้กำลังใจ yüreklendirme sự khuyến khích 鼓励 ουσ θ ενθάρρυνση [en'θarinsi] η μετάδοση θάρρους encouragement; incitation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|