| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.065.232 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενθαρρύνω |
0,01 sec. |
|
ενθαρρύνω encourager encourage يُشجع povzbudit opmuntre ermutigen animar rohkaista ohrabriti incoraggiare 勇気づける 용기를 북돋우다 aanmoedigen oppmuntre zachęcić encorajar ободрять uppmuntra ให้กำลังใจ yüreklendirmek khuyến khích 鼓励 ρ μετβ ενθαρρύνω [enθa'rino] 1 δίνω θάρρος σε κπ donner du courageencourager ενθαρρύνω κπ να ολοκληρώσει κτ encourager qqn à achever qqch 2 τονώνω, διευκολύνω encourager ενθαρρύνω την αποκέντρωση encourager la décentralisation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|