| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.214.612 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενθουσιασμός |
0,02 sec. |
|
|
ενθουσιασμός enthusiasm, excitement entuziasmo enthousiasme, excitation حماسة nadšení entusiasme Enthusiasmus entusiasmo innostus entuzijazam entusiasmo 熱意 열의 enthousiasme entusiasme entuzjazm entusiasmo энтузиазм entusiasm ความกระตือรือร้น heves sự nhiệt tình 积极性, 热情 ентусиазъм 熱情
ουσ α ενθουσιασμός [enθusia'zmos] εκδήλωση πολύ ευχάριστων συναισθημάτων enthousiasme Δέχτηκαν την πρότασή μου με ενθουσιασμό. Ils ont accepté ma proposition avec enthousiasme. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|