| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.026.272 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενθουσιασμός |
0,02 sec. |
|
ενθουσιασμός enthusiasm, excitement entuziasmo enthousiasme, excitation حماسة nadšení entusiasme Enthusiasmus entusiasmo innostus entuzijazam entusiasmo 熱意 열의 enthousiasme entusiasme entuzjazm entusiasmo энтузиазм entusiasm ความกระตือรือร้น heves sự nhiệt tình 积极性 ουσ α ενθουσιασμός [enθusia'zmos] εκδήλωση πολύ ευχάριστων συναισθημάτων enthousiasme Δέχτηκαν την πρότασή μου με ενθουσιασμό. Ils ont accepté ma proposition avec enthousiasme. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|