| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.191.731 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενικός |
0,02 sec. |
|
ενικός Einzahl, Singular singular singulier singularis enkelvoud, enkelvoudsvorm liczba pojedyncza مفرد jednotné číslo ental singular yksikkö jednina singolare 単数 단수 entall singular единственное число singular เอกพจน์ tekil dạng số ít 单数 ουσ α ενικός [eni'kos] ένας από τους δύο αριθμούς ονομάτων ή ρημάτων singulier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|