| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.503.179 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενισχύω |
0,01 sec. |
|
ενισχύω amplifi amplifier, renforcer amplify, back, boost, strengthen يَقْوي posílit styrke stärken fortalecer vahvistaa ojačati rafforzare 強くする 강화하다 sterker worden styrke wzmocnić fortalecer усиливать(ся) förstärka แข็งแรงขึ้น güçlendirmek tăng cường 加强 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|