| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.227.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενοχή |
0,02 sec. |
|
|
ενοχή guilt ذَنْب vina skyld Schuld culpa, culpabilidad syyllisyys culpabilité krivica colpa 有罪 유죄 schuldgevoel skyld wina culpa вина skuld ความผิด suçluluk tội 犯罪 вина אשמה
ουσ θ ενοχή [eno'çi] 1 τύψη culpabilité 2 ευθύνη για επιλήψιμη πράξη culpabilité αποδεικνύω την ενοχή κάποιου prouver la culpabilité de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|