| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.939.712 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενοχλητικός |
0,02 sec. |
|
ενοχλητικός troublesome, grating, pesky, trying, annoying مضايق protivný irriterende ärgerlich fastidioso ärsyttävä embêtant koji dodijava irritante うるさい 귀찮은 ergerlijk irriterende drażniący irritante раздражающий irriterande น่ารำคาญ sinir bozucu gây khó chịu 讨厌 επίθ α / θ / ουδ ενοχλητικός, ενοχλητική, ενοχλητικό [enoxliti'kos, enoxliti'ci, enoxliti'ko] 2 που φέρνει σε δύσκολη θέση embarrassant/-antegênant ενοχλητική ερώτηση une question embarrassante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|