| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.948.238 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενοχοποιητικός |
0,02 sec. |
|
ενοχοποιητικός incriminating επίθ ενοχοποιητικός, ενοχοποιητική, ενοχοποιητικό [enoxopiiti'kos, enoxopiiti'ci, enoxopiiti'ko] που ενοχοποιεί compromettant/-anted'inculpation ενοχοποιητικό στοιχείο un élément compromettant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|