| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.230.181 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ενοχοποιητικός |
0,01 sec. |
|
|
ενοχοποιητικός incriminating
επίθ ενοχοποιητικός, ενοχοποιητική, ενοχοποιητικό [enoxopiiti'kos, enoxopiiti'ci, enoxopiiti'ko] που ενοχοποιεί compromettant/-anted'inculpation ενοχοποιητικό στοιχείο un élément compromettant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|