| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.080.972 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ενσάρκωση |
0,03 sec. |
|
ενσάρκωση embodiment, incarnation, personification ουσ θ ενσάρκωση [en'sarkosi] 1 το να αποκτάει κν σώμα incarnation 2 σύμβολο, προσωποποίηση incarnation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|